Δεν είναι έτσι κ. Ράμα… Του π. Ηλία Μάκου

«Δεν υπάρχει πλέον κανένα εκκρεμές θέμα μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας, ενώ θέλουμε να ενταχθούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να κάνουμε αυτή την περιοχή πολύ πιο σημαντική», δήλωσε ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα, κατά την πρόσφατη συνάντησή του στην Αθήνα με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.  

Δεν είναι έτσι, όμως, τα πράγματα, κάτι που το επεσήμανε και η ελληνική πλευρά, ανεξάρτητα αν ο κ. Ράμα τα λέει αυτά, φορώντας κουστούμι ή επιλέγοντας μια πολύ λάιτ ενδυμασία…  

Μακάρι να ήταν, αλλά η σταθερή πολιτική που ακολουθεί η Αλβανία δεν εξομαλύνει τις σχέσεις με την Ελλάδα, αλλά τις δυσχεραίνει και ενίοτε δυναμιτίζει το κλίμα συνεργασίας και φιλίας που θα έπρεπε να επικρατεί ανάμεσα στις δύο χώρες και το οποίο καλλιεργεί διαχρονικά η Ελλάδα.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι πολλοί Αλβανοί πολίτες ζουν και εργάζονται την Ελλάδα, έχουν χρηματοδοτηθεί έργα υποδομών στην Αλβανία και Αλβανοί, όχι μόνο ομογενείς, έρχονται σε μεγάλο αριθμό στην Ελλάδα και τυγχάνουν υγειονομικής περίθαλψης στα δημόσια νοσοκομεία.

Ωστόσο η Αλβανία δεν σέβεται τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα των μελών της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας, όπως οι ίδιοι εκπρόσωποί της καταγγέλλουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι περιουσίες Ελλήνων Μειονοτικών σε παράλιες κυρίως ζώνες, οι οποίες είτε δεν αναγνωρίζονται είτε καταπατώνται, με πρόφαση σχέδια τουριστικής ανάπτυξης και ανάπλασης.

Εξάλλου, η κυβέρνηση της Αλβανίας βάζει έμμεσα θέμα "Τσάμηδων" στο τραπέζι του διαλόγου με την Ελλάδα, ανακινώντας ένα θέμα που από την ελληνική πλευρά θεωρείται ανύπαρκτο.

Συγκεκριμένα μιλάει για άρση του, κάτι που θα ανοίξει τη διαδικασία, κατά τους Αλβανούς, της επιστροφής των απαλλοτριωμένων περιουσιών των "Τσάμηδων" στη Θεσπρωτία, όπου κατά τα χρόνια της Κατοχής ανέπτυξαν εγκληματική δράση. 

 Ειδικότερα, η υπουργός Εξωτερικών της Αλβανίας  Elisa Spiropali κατά την τελευταία συνάντησή της στην Αθήνα με τον Έλληνα ομόλογό της Γεώργιο Γεραπετρίτη δήλωσε ότι "η Αλβανία υποστηρίζει την όσο το δυνατόν ταχύτερη ολοκλήρωση της κατάργησης κάθε αναχρονιστικής νομικής αναφοράς που προέρχεται από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και έχει επιπτώσεις στις σημερινές σχέσεις, η οποία δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα των σχέσεών μας ως συμμάχων και ως φίλων».

 

Το ίδιο είχε ζητήσει και το 2022 όταν είχε συναντηθεί και με τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Νίκο Δένδια, ένα αίτημα που προβάλλει με ένταση στην Αλβανία το κόμμα των "Τσάμηδων". 

 

Επί πολλά χρόνια, οι αλβανικές κυβερνήσεις επανέρχονται στο αίτημα άρσης του εμπολέμου μεταξύ των δύο χωρών. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Πλην των διεκδικήσεων περιουσιών, ενυπάρχει και ο αλυτρωτισμός. 

Τι ακριβώς, όμως, είναι το εμπόλεμο; Τον Απρίλιο του 1939, επί βασιλείας Αχμέτ Ζώγου, η αλβανική Βουλή αποφάσισε ότι όποια χώρα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία, θεωρείται εχθρική για την Αλβανία. Το Νοέμβριο του 1940, αμέσως μετά την εισβολή, η Ελλάδα κήρυξε με τη σειρά της τον πόλεμο στην Αλβανία.

Το 1944 ο Ενβέρ Χότζα, στο συνέδριο της Πρεμετής, όπου έθεσε τις βάσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, διακήρυξε την ακύρωση όλων των αποφάσεων των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Τον Ιούλιο του 1992, η κυβέρνηση Μπερίσα ακύρωσε με τη σειρά της όλες τις αποφάσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος, άρα επανέφερε σε ισχύ και εκείνες των κυβερνήσεων του βασιλιά Ζώγου.

Έτσι, έχουμε μέχρι σήμερα το "αλβανικό εμπόλεμο" που θέσπισε η αλβανική Βουλή το 1939, το οποίο δεν καταργήθηκε με ειδικό νόμο, ούτε από το κομμουνιστικό καθεστώς, ούτε από τις μετέπειτα δημοκρατικές κυβερνήσεις.

Το 1987, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου) ήρθη η εμπόλεμη κατάσταση, αλλά δεν ψηφίστηκε ειδικός νόμος περί τούτου.  

Η αλβανική πλευρά δεν αρκείται στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου του 1987 και επιμένει ότι πρέπει να υπάρξει κύρωση μέσω του ελληνικού Κοινοβουλίου.

 Η κύρωση συνδέεται και με διεκδίκηση περιουσιών Αλβανών υπηκόων στην Ελλάδα. 

Αυτό που χρειάζεται είναι να αναδειχθεί, μακριά από τις σκιές του παρελθόντος και τις αλυτρωτικές διεκδικήσεις , ότι μπορούν οι δύο λαοί, ο ελληνικός και ο αλβανικός, που έχουν πολλά κοινά και ενωτικά στοιχεία, να καλλιεργήσουν και να πορευτούν με μια ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη, μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες.

Με απαραίτητη προϋπόθεση τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της Ελληνικής Μειονότητας, η οποία θα αποτελέσει και τη γέφυρα προς την Ευρώπη  της γειτονικής χώρας.