Γιάννινα, 1953. Στην ταβέρνα του Κλεάνθη Μακρή, στον Μώλο, κάνει τα πρώτα βήματα στο τραγούδι το μελαχρινό κορίτσι της φωτογραφίας. Το όνομά της, Καίτη Γκρέυ.
Στην ίδια πόλη την ίδια εποχή, στην «Τριάνα» του Πάνου Τσίτου στην Καλούτσιανη, τραγουδάει τα Σαββατόβραδα για το χαρτζιλίκι του ένα φανταράκι. Στέλιος Καζαντζίδης το όνομά του.
Τον είχαν φακελωμένο λόγω αριστερού πατέρα και του κόλλαγαν διάφορες ρετσινιές. Τον έκλεισαν στις στρατιωτικές φυλακές Ιωαννίνων, δίπλα στο σημερινό ξενοδοχείο DU LAC, ως... χασικλή, επικίνδυνο κομμουνιστή και όχι μόνο. Τον αφήνουν ελεύθερο κάποια στιγμή, πάει στην «Τριάνα» για ένα ποτηράκι ρετσίνα να πάνε κάτω τα φαρμάκια, τον ακούει ο Πάνος Τσίτος να σιγοτραγουδάει και τον προσλαμβάνει.
Δεκαετία 1950. Οι Γιαννιώτες παλεύουν να κλείσουν τις πληγές από τον πόλεμο, την κατοχή, τον εμφύλιο. Πείνα, δυστυχία αλλά και διασκέδαση! Θέλουν να ξεχάσουν, να το ρίξουν έξω, να ζήσουν όλα όσα στερήθηκαν τη φοβερή δεκαετία του '40.
Στα δεκάδες νυχτερινά κέντρα της πόλης δεν διασκεδάζουν μόνο οι πλούσιοι αλλά και οι μεροκαματιάρηδες. Με ένα κατοσταράκι κρασί και λίγες ελιές για μεζέ, απολαμβάνουν ζωντανά τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού.
Στα μαγαζιά αυτά (Μακρής, Μαλάμος, Κουραμπάς, Άλσος, Μάντρα του Αλέξη, Τριάνα, Κωνσταντινούπολις) εμφανίζονται από Τσιτσάνη, Γούναρη και Πολυμέρη μέχρι Χιώτη, Μαρούδα και Μακούλη.
Η φωτογραφία του 1953 είναι από το βιβλίο της Ιωάννας Κλειάσιου «Τάκης Μπίνης-Βίος Ρεμπέτικος» και από ανάρτηση του φίλου Βασίλη Χολέβα. Την Καίτη Γκρέυ πλαισιώνουν ο Τάκης Μπίνης και ο Στέλιος Μακρυδάκης με τα μπουζούκια τους.
Δίπλα στην «Τριάνα» ήταν η «Μάντρα του Αλέξη». Διέθετε εντυπωσιακή καλοκαιρινή πίστα, θεαματικά φωτισμένο συντριβάνι, τραπεζοκαθίσματα για 1200 άτομα και φιλοξενούσε κερκυραϊκές και αθηναϊκές ορχήστρες. Χαβάγια και κιθάρα έπαιζε εκεί και ο Λάκης Κέκεσης, ο Γιαννιώτης συνθέτης και στιχουργός μεγάλων επιτυχιών.
Μέσα στην πόλη δεν ακούγονταν κλαρίνα και δημοτικά. Στα γιαννιώτικα γλέντια κυριαρχούσαν από τα χρόνια της οθωμανοκρατίας μέχρι το 1950 οι καντάδες με κιθάρες και χαβάγιες, κάποια δημώδη όπως το «Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια» και οι... αμανέδες. «Τούρκικοι» αλλά με ρίζες στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική.
Έκανα κάποτε δώρο στον παππού μου δυο δίσκους με αμανέδες και ενθουσιάστηκε. Τον ξαναγύρισαν στα Γιάννινα του 19ου αιώνα και των παιδικών του χρόνων. Γέλαγαν και τα τσιγκελωτά μουστάκια του.
ΘΩΜΑΣ ΝΟΥΣΙΑΣ
