Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος
Από
τα παλαιότερα μοναστήρια της Ηπείρου είναι αυτό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στη
Πλακωτή Παραμυθιάς.
Σύμφωνα
με τις βυζαντινές τοιχογραφίες που αποκαλύφθηκαν κάτω από τα νεότερα
επιχρίσματα του καθολικού και οι οποίες χρονολογούνται τον 13ο αι., η ίδρυσή
της θα πρέπει να τοποθετηθεί στα χρόνια του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
Σήμερα σώζεται μόνο το καθολικό της μονής.
Ανήκει
στον τύπο του ελεύθερου σταυρού και ειδικότερα στην παραλλαγή του λεγόμενου
λατινικού σταυρού, στη διασταύρωση των κεραιών του οποίου υψώνεται εξαγωνικός
τρούλος.
Πρόκειται
για αρχιτεκτονικό τύπο αρκετά διαδεδομένο στη νησιωτική Ελλάδα, σχετικά όμως
σπάνιο στον ηπειρωτικό χώρο. Η εγκάρσια καμάρα προβάλλει δεξιά και αριστερά,
ώστε η εκκλησία στην κάτοψη να παίρνει εξωτερικά το σχήμα ελεύθερου σταυρού.
Σε
μεταγενέστερη περίοδο, πιθανόν τον 18ο ή τον 19ο αιώνα, προστέθηκε νάρθηκας στη
δυτική πλευρά, όπου και η είσοδος του ναού.
Η
τοιχοδομία είναι κατασκευασμένη με αργολιθοδομή στην οποία παρεμβάλλονται
πλίνθοι σποραδικά τοποθετημένοι ή σε οριζόντιες σειρές.
Ο
τρούλος εξωτερικά κοσμείται με οδοντωτή ταινία και κυκλικά διακοσμητικά μοτίβα.
Η ημικυκλική αψίδα φέρει αβαθή αψιδώματα, ενώ στο αέτωμα της ανατολικής κεραίας
του σταυρού ξεχωρίζει ακτινωτό πλίνθινο κόσμημα.
Εσωτερικά, διατηρούνται αποσπασματικά τοιχογραφίες στις κεραίες του σταυρού και κυρίως στη βόρεια, όπου διακρίνονται σπαράγματα τοιχογραφικού διακόσμου με παράσταση ευαγγελικής σκηνής και ολόσωμου αγίου, πιθανότατα του αγίου Παντελεήμονα.
Ο
τοιχογραφικός διάκοσμος της μονής της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στην Πλακωτή
συνδέεται ε με τη βυζαντινή τέχνη της Κάτω Ιταλίας και των νησιών του Ιουνίου.
Ωστόσο, σε
πολύ λίγα τμήματα του ιερού και στους ανατολικούς τοίχους της βόρειας και της
νότιας κεραίας υπάρχει μεταγενέστερο ζωγραφικό στρώμα, που χρονολογείται γύρο
στον 15ο αιώνα.
Στις γνωστές
από το παρελθόν αγιογραφίες, προστέθηκαν και νέες, μετά τις σωστικές εργασίες,
που έγιναν στο ναό.
Στον κυρίως
ναό, αριστερά, σημαντική είναι η αποκάλυψη ολόσωμης της Παναγίας, πιθανώς από
παράσταση δέησης, καθώς και παλιάς διακοσμητικής ζώνης με ανθυφυτικό διάκοσμο.
Ο σύγχρονος
άνθρωπος πιθανώς να μην ενδιαφέρεται πέρα από το ορατό και απεικονιζόμενο στις
αγιογραφίες, που το προσδιορίζει και το αντιλαμβάνεται σαν είδος τέχνης,
εικονογραφίας, και όχι σαν πνευματική ουσία.
Όμως, οι
αγιογραφίες δίνουν τη δυνατότητα συμμετοχής μας στην πνευματική ιστορία της
χριστιανικής παράδοσης και επαναπροβληματίζουν στη χριστιανική βιοθεωρία.
Και μας
θυμίζουν ότι τα «δόγματα», δηλαδή οι διδασκαλίες για την πίστη, δεν είναι
ασυζήτητες προτάσεις, απρόσιτες στη σκέψη, αλλά αποτύπωση όσων μας άφησαν ιερή
παρακαταθήκη ο Χριστός, η Παναγία, οι άγιοι, οι θεοφόροι πατέρες.
Και το δόγμα
έχει άμεση σχέση με το ήθος, τη ζωή των πιστών. Άρα δόγμα και ήθος, δηλαδή
πίστη και ζωή, είναι δύο αλληλένδετες όψεις της μιας ενιαίας πραγματικότητας.
Ό,τι
εικονίζεται σ’ έναν ναό, δεν είναι μόνο οι μορφές, αλλά η αναγωγή μέσω αυτών
ότι η Εκκλησία δεν σώζει μόνο από την αμαρτία και τα αποτελέσματά της, αλλά
κύρια οδηγεί τον άνθρωπο στον αληθινό προορισμό του, να γίνει «καθ’ ομοίωσιν
του Θεού».
Σχόλια