Του π. Ηλία Μάκου
Εδώ και πολλά χρόνια στηλιτεύαμε την απραξία και την αδιαφορία για το Σούλι, καθώς και την εγκατάλειψη του ιστορικού τόπου, η οποία, πραγματικά ήταν προκλητική και ανεξήγητη.
Επί δεκαετίες το Σούλι ήταν ξεχασμένο και το μόνο που γινόταν και γίνεται ακόμη είναι μια υποβαθμισμένη εορτή την τελευταία Κυριακή κάθε Μαΐου για την ανατίναξη του Κουγκίου.
Οι μόνιμοι κάτοικοι αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα στην καθημερινότητά τους, αυτή είναι η πραγματικότητα.
Το Σούλι στ' αλήθεια δεν λογαριάζονταν καθόλου και οι παρεμβάσεις ήταν ανύπαρκτες.
Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να έχει ξεπεραστεί η εγκατάλειψη, κάτι άρχισε να κινείται. Δεν είναι η λύση, δεν ξέρουμε καν αν είναι το ορθό, είναι, μόνο, η αρχή. Σαφώς καθυστερημένη και μάλιστα κατά πολύ αυτή η κινητικότητα, ωστόσο κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Και βέβαια πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα από αυτά που έχουν σχεδιαστεί. Και είναι ανάγκη να αντιμετωπιστούν πρακτικά ζητήματα, αλλά αυτά δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη και ούτε με μαγικό ραβδί. Στην Ελλάδα ζούμε και ξέρουμε πως κινείται το κράτος.
Ωστόσο κάτι ξεκίνησε και είναι ελπιδοφόρο, αν δεν σταματήσει. Μην τα μηδενίζουμε όλα. Και αυτό το λίγο που γίνεται, έχει την αξία του και μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για κάτι μεγαλύτερο.
Το ζήτημα δεν εντοπίζεται στο αν ήταν ή δεν ήταν "φιέστα" η εκδήλωση των εγκαινίων για την αποκατάσταση του Κάστρου της Κιάφας. Πάντοτε υπάρχει ή επιχειρείται να υπάρξει πολιτική εκμετάλλευση των έργων.
Το ουσιώδες είναι ότι φαίνεται να σπάει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η απομόνωση του Σουλίου. Και προς τα εκεί χρειάζεται να ενταθεί η προσπάθεια. Δηλαδή να μην ανακοπεί η άρση ιστορικής, πολιτιστικής και κοινωνικής απομόνωσης του Σουλίου.
Και αν οι παρεμβάσεις υλοποιηθούν με τον σωστό τρόπο, σίγουρα θα υπάρξουν πολλαπλά οφέλη για τους κατοίκους.
Η ανάδειξη του Σουλίου, αλλά και η βελτίωση των συνθηκών ζωής εκεί των σημερινών κατοίκων θα εξακολουθήσει, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης ή σβησίματος, να φλογίζει το μήνυμα ότι οι Σουλιώτες με το άπειρο φως της ψυχής τους, με την παλληκαριά που κυλούσε στις φλέβες τους, έλουσαν με αίμα το σώριασμα των βράχων, ποθώντας τη λευτεριά τους.

Σχόλια