Το δράμα των ηλικιωμένων - Του π. Ηλία Μάκου


Όλο και μεγαλώνει ο αριθμός των ηλικιωμένων που καταφεύγουν ή τους βάζουν σε Γηροκομεία, σε μια κοινωνία που συνεχώς γεράζει και «χάνεται» αξιακά.

Η ζήτηση είναι μεγάλη για Γηροκομεία και οι αδειοδοτημένες μονάδες (344 κατά το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και 450 κατά την Πανελλήνια Ένωση Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων),  σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες, ενώ ο χρόνος αναμονής είναι μεγάλος.

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο εμφανίζονται παράνομες δομές σε διαμερίσματα, αλλά και ξενοδοχεία, δημιουργώντας στιγματισμό και απομόνωση.

 Είναι συγκλονιστικά τα περιστατικά που κατά καιρούς έρχονται στην επικαιρότητα, όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης  ηλικιωμένων σε κάποια Γηροκομεία και αποκαλύπτουν τραγωδίες, αλλά και συμφέροντα.

Οι συνθήκες σε διάφορα ιδρύματα, Γηροκομεία, όπου φιλοξενούνται παππούδες και γιαγιάδες, δεν είναι και οι καλύτερες.

Μάλιστα ορισμένες είναι και ανατριχιαστικές και αποκαλύπτουν τον «βάρβαρο» τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι ηλικιωμένοι.

Αυτό, δεν είναι κανόνας, έτσι πιστεύουμε, ωστόσο συμβαίνει σε μερικές περιπτώσεις.

Ορισμένοι ηλικιωμένοι αναγκάζονται, εκ των πραγμάτων και μη έχοντας άλλη λύση, να καταφύγουν σε Γηροκομεία, ενώ άλλες φορές τα παιδιά τους, επειδή δεν μπορούν ή και δεν θέλουν, με βάση το δικό τους σκεπτικό και τη δική τους νοοτροπία και τις δικές τους αντοχές, να τους φροντίσουν, και τους οδηγούν σε δομές.

Αυτό δεν σημαίνει πάντα ότι δεν τους αγαπούν ή αδιαφορούν για τους γονείς τους, αλλά διάφοροι λόγοι, που έχουν να κάνουν και με ψυχικές διεργασίες και με εξωτερικές επιδράσεις και δυσχέρειες, φέρνουν την απόφαση για εγκλεισμό σε Γηροκομείο.

Πέραν τούτου, όμως, δεν είναι λίγα  τα περιστατικά, τα οποία γνωστοποιούνται, και έχουν να κάνουν με κακοποιητική συμπεριφορά προς άτομα της τρίτης ηλικίας, που διαμένουν μαζί με συγγενείς τους, οι οποίοι αποσκοπούν, εφόσον διαθέτουν, αποκλειστικά στην περιουσία τους.

Μια πολύ συμπαθητική ηλικία είναι τα γεράματα. Συμπαθητική όχι τόσο για τις χάρες της, αλλά για τις ανάγκες, που έχει.  Η ηλικία των άσπρων μαλλιών, όπως την λένε, είναι γεμάτη νοσταλγίες, αναπολήσεις και αναμνήσεις, αλλά και πείρα.

Για μερικούς ηλικιωμένους συνοδεύεται με χαρές οικογενειακές με τα παιδιά ή τα εγγόνια τους.

Για άλλους, όμως,  σημαδεύεται από πόνο, θλίψη, άστοργη εγκατάλειψη, άκαρδη απομόνωση, λησμονιά  εκ μέρους των σπλάγχνων ή απουσία στενών συγγενών και οικείων.

Στις περιπτώσεις αυτές οι ημέρες κυλούν μέσα στην πίκρα της ανασφάλειας, στο φόβο του άδηλου μέλλοντος. Και οι καρδιές σφίγγονται μπροστά στα πελώρια προβλήματα, που σωρεύονται πάνω στις κυρτωμένες πλάτες εκείνων, που, καλούνται στα τελευταία τους να αντιμετωπίσουν δυσχέρειες, οι οποίες τους επιβαρύνουν με ψυχικό κάματο.

Υπάρχουν γέροντες μόνοι, εγκαταλελειμμένοι, κυριολεκτικά στο έλεος του Θεού, ξεχασμένοι από δικούς και ξένους, που σηκώνουν καρτερικά το βαρύ σταυρό τους και περιμένουν το τέλος για να βρουν ανακούφιση.

Και το κοινωνικό μας σύνολο, όλοι εμείς,  δεν λείπουν, βέβαια, οι εξαιρέσεις, μένουμε μακριά από τα σύγχρονα αυτά ανθρώπινα δράματα, που για να τα περιγράψει μόνο κανείς θα έπρεπε να διαθέτει ενός Αισχύλου τη φιλόσοφη σκέψη κι ενός Ευριπίδη την τραγική ικανότητα.

Οποιαδήποτε ωστόσο και αν είναι η αιτία αυτής της στάσης μας απέναντι στη δυστυχία, γεγονός είναι πως όχι μόνο δεν μας τιμά, όχι μόνο μας υποτιμά, αλλά και μας καθιστά υπόλογους απέναντι στη συνείδησή μας.

Ας κινούμαστε πάντα με σεβασμό και αγάπη προς  τους  παππούδες και τις γιαγιάδες, ώστε να ανοίγουμε μια πόρτα στην ψυχή τους για να φύγει από μέσα τους η οδύνη