Η σύγχρονη κοινωνία θέλει αληθινούς, ενεργούς και μορφωμένους ιερείς

Του π. Ηλία Μάκου

Δυστυχώς η αληθινή πίστη των ανθρώπων αδυνατίζει στις ημέρες μας και τα αποτελέσματα είναι η ροπή προς απαξίωση των αξιών, η υποκριτική συμπεριφορά, ακόμα και η εγκληματικότητα σε διάφορες μορφές. Και μερίδιο ευθύνης φέρουμε και εμείς οι ιερείς που δεν έχουμε άμεση σχέση με αυτό που αποκαλούμε πνευματική καλλιέργεια και ψυχική πρόοδο των ανθρώπων στην καθημερινή πορεία και ζωή.

Περιοριζόμαστε πολλές φορές μόνο σε λειτουργικά και τελετουργικά καθήκοντα ή στις εξωτερικές εντυπώσεις (αν, π.χ., είναι καθαρός και ευπρεπής ο ναός ή αν θεωρούν οι άλλοι καλή τη φωνή μας και ψάλλουμε ικανοποιητικά ή αν γνωρίζουμε το τυπικό).

Καμία υποψία, πολλές φορές, για δυναμική παρέμβαση στη δημιουργία φιλανθρωπικών, πολιτιστικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων που να καλύπτουν άμεσες ποιμαντικές και υπαρξιακές ανάγκες του λαού.

Με αυτά δεν επιθυμούμε ασφαλώς να μειώσουμε την αξία και τη σπουδαιότητα των λειτουργικών και λατρευτικών καθηκόντων των κληρικών. Αντίθετα, θεωρούμε, ότι τα καθήκοντα αυτά είναι από τα πρώτιστα και κυρίαρχα της ιερατικής αποστολής.

Αλλά δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να εγκλωβιζόμαστε οι κληρικοί μόνο στα απολύτως στενά όρια μιας τυπικής τελετουργικής καθηκοντολογίας. Καλούμαστε, υπερβαίνοντας την απλή ικανοποίηση του θρησκευτικού συναισθήματος, να ανταποκριθούμε με γνώση και επιτυχία στα προβλήματα και στους προβληματισμούς του λαού.

Βέβαια, αυτό προϋποθέτει αυξημένα προσόντα των ιερέων, όπως θεολογική παιδεία, εντρύφηση στα κοινωνικά δεδομένα, ικανότητα διαλόγου και προσέγγισης των ανθρώπων, αλλά και κατανόηση της ιδιαιτερότητας του κάθε ατόμου. Μα πάνω από όλα προϋποθέτει χαρισματική προσωπικότητα, με δυνατότητα στην πρακτική εκτέλεση του έργου της ποιμαντικής διακονίας.

Οι περισσότεροι ιερείς πολλών ενοριών, κυρίως της επαρχίας, αλλά και μικρότερων αστικών κέντρων, έχουμε δυστυχώς, μια προσωπική αντίληψη περί των καθηκόντων μας, που προσαρμόζεται με τις απλοϊκές απαιτήσεις  του αδιάφορου, συνήθως, περί τα πνευματικά θέματα λαού. Έχουμε αποδεχθεί και οι ίδιοι να παίζουμε το ρόλο του απλού διαχειριστή κάποιων λειτουργικών και λατρευτικών πράξεων και τίποτα περισσότερο.

Μένουμε σχεδόν ανυποψίαστοι και αδιάφοροι για τις πνευματικές ανησυχίες των ανθρώπων. Στην αρνητική αυτή εικόνα συμβάλλει αποφασιστικά και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο πολλών ιερέων. Αλλά, ακόμη και αν κατέχουμε κάποιους τίτλους σπουδών είτε από τις ιερατικές σχολές είτε από τα πανεπιστημιακά θεολογικά τμήματα, η θεολογική παιδεία είναι, σε μερικές περιπτώσεις, και πάλι μικρή. Αυτό οφείλεται, κατά την εκτίμηση των ειδικών, στη μεγάλη στέρηση  ήδη από το στάδιο της εγκύκλιας σπουδής, αλλά και από την αδιαφορία για συστηματική σπουδή και μελέτη.

Ο κόσμος έχει συνηθίσει να βλέπει στο πρόσωπο του ιερέα, ιδιαίτερα στην επαρχία, έναν αμόρφωτο και απαίδευτο άνθρωπο. Σήμερα οι κάτοικοι ενός χωριού βρίσκονται συνήθως σε πλεονεκτικότερη θέση, με πληρέστερη παιδεία και μόρφωση, από τον παπά τους.  Δυστυχώς, εμείς οι κληρικοί είμαστε σε μια θλιβερή στασιμότητα. Και δημιουργούμε στους άλλους τη λανθασμένη εντύπωση ότι ανήκουμε σε ένα «επάγγελμα» χωρίς κανένα κοινωνικό αντίκρισμα, ενώ θα έπρεπε να ασκούμε το λειτούργημά μας με μεγάλη ευσυνειδησία και ενσυναίσθηση. 

Είναι τραγικό ένας κομματάρχης ή ένας παράγοντας μιας τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας ή ένα πολιτιστικό ή συνδικαλιστικό σωματείο να επηρεάζουν αποφασιστικά τα κοινά πράγματα και οι ιερείς να είμαστε ανύπαρκτοι. Να βρισκόμαστε σε χειμερία νάρκη και να μην πληρούμε τις προϋποθέσεις να έχουμε ενεργό συμμετοχή σε αυτά που αφορούν τον λαό.

Αυτά που γράφουμε δεν έχουν ως σκοπό να ασκήσουν κάποια άγονη κριτική, αλλά να συμβάλλουν σεμνά στην ανύψωση του ιερατικού λειτουργήματος και στην αποκατάσταση του κοινωνικού κύρους των κληρικών.

Καιρός είναι για ριζική αναθεώρηση της αντίληψης πως η αγιότητα συμπορεύεται με την αμάθεια και την αδράνεια, με την κοινωνική απομόνωση και τον θρησκευτικό πνευματικό αυτισμό. Χρειαζόμαστε στον σύγχρονο κόσμο μια δυναμική παρέμβαση του Ορθόδοξου κλήρου για το κοινό καλό όλων των ανθρώπων, για την πρόοδο της κοινωνίας και για την πραγματοποίηση της σωτηριολογικής αποστολής της Εκκλησίας.