Εόρτασε ταπεινά τα ονομαστήριά του ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Ιωάννης
Του π. Ηλία Μάκου
Την ονομαστική του εορτή εόρτασε, ανήμερα του Ιωάννου του Θεολόγου, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Ιωάννης.
Προεξήρχε κατά τη θεία λειτουργία στον ναό Ευαγγελισμού Τιράνων, συμπαραστατούμενος από τον Μητροπολίτη Ελμπασάν Αντώνιο και τον Βοηθό Επίσκοπο Αμαντίας Ιγνάτιο, καθώς και από ιερείς της Αρχιεπισκοπής.
Μιλώντας ο Αρχιεπίσκοπος τόνισε ότι "αν πραγματικά έχουμε αγάπη είμαστε με τον Χριστό. Αν δεν έχουμε αγάπη, ακόμα και αν ερχόμαστε σε όλες τις λειτουργίες, και κάνουμε όλα τα άλλα, είμαστε ακόμα μακριά από τον Θεό, γιατί το όνομα του Θεού είναι ΑΓΑΠΗ. Και όποιος μένει στην αγάπη, μένει στον Θεό. Σήμερα, είναι ημέρα γιορτής, αλλά και περισυλλογής, για να δούμε σε τι διάθεση είμαστε. Σήμερα στον κόσμο, όσο τίποτα άλλο, λείπει η πνευματική ζωή. Αν δεν έχουμε πνευματική ζωή, δεν μπορούμε να γίνουμε Χριστιανοί. Γι’ αυτό, ας αγωνιστούμε να είμαστε πνευματικοί άνθρωποι, γιατί η πνευματική ζωή θα μας φέρει φώτιση, θα μας κάνει ταπεινούς. Και η ταπεινοφροσύνη θα φέρει τη χάρη του Θεού".
Μετά τη θεία λειτουργία οι πιστοί ευχήθηκαν στον Αρχιεπίσκοπο, μεταξύ των οποίων και πολλοί νέοι. Ευχετήρια τηλεφωνήματα δέχθηκε και από την πολιτική ηγεσία της Αλβανίας, αλλά και από τους άλλους θρησκευτικούς ηγέτες.
Να σημειωθεί ότι τα δύσκολα χρόνια της αθεΐας ο ίδιος ένιωσε έντονη την παρουσία του Θεού στη ζωή του και βαπτίστηκε Ορθόδοξος. Έτσι δεν παραπλανήθηκε και δεν περιπλανήθηκε στην άρνηση και στην απιστία.
Το καθοριστικό σημείο που σημάδεψε το μέλλον του ήταν η πρώτη εγκάρδια συνάντηση και συζήτηση στην Αμερική με τον τότε Μητροπολίτη Ανδρούσης Αναστάσιο και κατόπιν Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας, ο οποίος διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην ιερατική του πορεία.
Έχει πει ο ίδιος σχετικά: “Όταν ήμουν φοιτητής Θεολογικής Σχολής στην Αμερική και συμμετείχα σε πρόγραμμα οργάνωσης της βιβλιοθήκης “Φαν Νόλι”, είχε έρθει, στο πλαίσιο σεμιναρίου, και ο Αναστάσιος, τότε Πατριαρχικός Έξαρχος στην Αλβανία, οποίος με κάλεσε προς γνωριμία. Όταν του είπα ότι μόλις τελειώσω τη Σχολή θα επέστρεφα, χάρηκε πολύ. Το 1992 βρέθηκα για ένα μήνα στην Αλβανία και ήμουν παρών στην ενθρόνισή του και το 1993 επέστρεψα οριστικά, εργαζόμενος αρχικά ως καθηγητής στην Ιερατική Σχολή Δυρραχίου”.
Και η η εξέλιξή του ήταν ραγδαία. Το 1994 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας από τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, συνέχισε τις σπουδές του στην Αμερική, το 1996 διορίστηκε βοηθός πρύτανη στη Θεολογική Ακαδημία Δυρραχίου (μετεξέλιξη του Σεμιναρίου), τον ίδιο χρόνο έλαβε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη, το 1998 εξελέγη Μητροπολίτης Κορυτσάς και το 2025 αναδείχθηκε διάδοχος του αλησμόνητου Αναστασίου.
Μια διαδρομή με έντονη ποιμαντική ευθύνη και προσφορά και συναίσθηση των δυσκολιών, αλλά με αποφασιστικότητα να μεταγγιστεί στο σύγχρονο κόσμο η ελπίδα της ζωής, που δεν είναι άλλη από τον Θεό.
Και να μεταφερθεί το μήνυμα ότι έστω και αν το κακό στις ημέρες μας φαίνεται κυρίαρχο, δεν θα καταφέρει να μας συντρίψει, γιατί ο Θεός αποτελεί πάντοτε έναν πάντοτε έναν αρραγή ιστό ασφαλείας.



