Υπάρχουν ευθύνες...

Με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο για τους πολίτες ξεκίνησε το νέο «κεφάλαιο» στην ιστορία της πολύτιμης κατά τα άλλα για την Ήπειρο Εγνατίας Οδού, η οποία έχει παραχωρηθεί για 35 χρόνια σε ιδιώτη.

Το κόστος χρήσης του αυτοκινητόδρομου αυξήθηκε, η εξυπηρέτηση υποβαθμίστηκε λόγω της μείωσης των διαθέσιμων λωρίδων κυκλοφορίας σε όλο το μήκος των σηράγγων οι οποίες δεν έχουν την αναγκαία πιστοποίηση ασφάλειας, οι μεταφορές επικίνδυνων φορτίων αντιμετωπίζουν πρόβλημα, οι οδηγοί ταλαιπωρούνται. 

Φυσικά, δεν ευθύνεται μόνο ο παραχωρησιούχος για όλα τα παραπάνω, αλλά και το ελληνικό Δημόσιο, όπως επισημαίνει το Τμήμα Ηπείρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου σε χθεσινή του παρέμβαση. «Στο πλαίσιο του ρόλου μας, ασχοληθήκαμε με το ζήτημα, διαπιστώνοντας προβλήματα σε τεχνικό και διαχειριστικό επίπεδο, τα οποία επιφέρουν αντίστοιχα δυσμενή κοινωνικό αντίκτυπο», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕΕ απέστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Μεταφορών (την υπογράφει ο Πρόεδρός του Γιάννης Τσίγκρος), στην οποία περιγράφει και αναδεικνύει τα κύρια ζητήματα και προβλήματα που αναδείχθηκαν μετά την παραχώρησή της Εγνατίας διατυπώνοντας έντονο προβληματισμό σχετικά με τον αν αυτή ήταν εντέλει προς ωφελεία του Ελληνικού Δημοσίου.

Διμερής η ευθύνη

«Τόσο το Δημόσιο που δημοπράτησε και ανέθεσε την παραχώρηση με αυτούς τους όρους όσο και ο παραχωρησιούχος με την προσφορά του, δεν απαλλάσσονται των ευθυνών που φέρουν αμφότεροι, λόγω του αποτελέσματος που έχουν επιφέρει τελικά στο επίπεδο εξυπηρέτησης και ασφάλειας της οδού», σημειώνει το ΤΕΕ και προσθέτει: «Ο στραγγαλισμός της κυκλοφορίας που ξεκίνησε με την έναρξη της παραχώρησης, μετά την τελευταία τροπολογία που κατέθεσε η κυβέρνηση κατά την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης, φαίνεται ότι συμβαίνει για να εξυπηρετεί την υπέρογκη αποζημίωση του παραχωρησιούχο. Εάν όντως υπήρχαν ελλείψεις στην οδό και στις σήραγγες εκφεύγει του επιπέδου της κοινής λογικής ο ισχυρισμός πως αυτές δεν ήταν γνωστές και στα δύο μέρη για μεγάλο χρονικό διάστημα και προέκυψαν αιφνιδίως λίγο πριν την έναρξη της σύμβασης, με αποτέλεσμα και οι δύο πλευρές να φέρουν την ανάλογη ευθύνη». 

Για το ΤΕΕ η εκ μέρους της Πολιτείας και του παραχωρησιούχου αποποίηση ευθυνών και η συνακόλουθη μετακύλιση του κόστους στον πολίτη δεν συνιστά δίκαιη μεταχείριση και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται. 

Tα αιτήματα

Με βάση τα προβλήματα που παρατηρούνται, το ΤΕΕ Ηπείρου θέτει προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών μία σειρά από αιτήματα, τα οποία χαρακτηρίζει κρίσιμα «για τη διασφάλιση της διαφάνειας, του αισθήματος δικαίου και την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος».

Καταρχήν, ζητάει να υπάρξει άμεση δημοσιοποίηση αναλυτικού χρονοδιαγράμματος επιθεωρήσεων από το Δημόσιο και τον παραχωρησιούχο, σύνταξης μελετών, αξιολόγησης και από ελεγκτή μελετητή του δημοσίου και των εργασιών ανά τμήμα, με τεκμηρίωση των κυκλοφοριακών ρυθμίσεων και των μέτρων ασφάλειας. Έπειτα, να πραγματοποιηθεί διαχωρισμός των εργασιών που υπολείπονται για πιστοποίηση μόνο των σηράγγων που δεν έχουν πιστοποίηση κατά κατηγορία Ε και να γίνει επίβλεψη όλων των εργασιών που πληρώνει επιπλέον το Δημόσιο από φορέα του Υπουργείου Υποδομών και όχι από τον ανεξάρτητο μηχανικό του έργου.    

Επίσης, προτείνει να αναληφθεί ρητή δέσμευση για πλήρη συμμόρφωση των σηράγγων που μέχρι σήμερα δεν είχαν πιστοποιηθεί με βάση τις υπολειπόμενες εργασίες που δεν ολοκλήρωσε το Δημόσιο και η «Εγνατία Οδός ΑΕ» με σαφή πρωτόκολλα λειτουργίας έως την ολοκλήρωση των εργασιών, να δημοσιοποιηθούν οι υποχρεώσεις του Δημοσίου έναντι του παραχωρησιούχου για όλες τις απαιτούμενες επεμβάσεις που θα πραγματοποιηθούν, καθώς και η τιμολογιακή πολιτική των διοδίων για τα επόμενα χρόνια, χρονοδιάγραμμα αυξήσεων, νέοι σταθμοί, απαλλαγές και ειδικά καθεστώτα για κατοίκους/επαγγελματίες που δικαιούνται αλλά και για νέους κατοίκους των περιοχών στη λογική της κινητροδότησης εγκατάστασης/διαμονής. 

Τέλος, το ΤΕΕ ζητάει να ανακοινωθεί η άμεση εφαρμογή ηλεκτρονικού και πλήρως αναλογικού συστήματος διοδίων που χρεώνει  αντίστοιχα τους χρήστες με βάση την απόσταση που διανύουν και για όσο διάστημα εκτελούνται εργασίες και εφαρμόζονται μεταβατικές ρυθμίσεις, να μην ζητείται αυξημένο αντίτιμο, καθώς παρέχεται υποβαθμισμένο επίπεδο εξυπηρέτησης στους οδηγούς.