Να μην μηδενίζουμε την ιστορία… Του π. Ηλία Μάκου

Με αντιλήψεις, που βλέπουν το 1821 και τους πρωταγωνιστές του με μαύρα ματογυάλια και παραμορφωτικούς φακούς και εκφράζουν το πνεύμα του τυφλωμένου γραικυλισμού και του εθνομηδενισμού, έχουμε φτάσει, αλίμονό μας, στο σημείο, οι νέοι, που διδάσκονται ελάχιστα και συγκεχυμένα πράγματα ιστορίας στο σχολείο, να ερωτώνται σε τηλεοπτικά ρεπορτάζ τι ήταν ο Κολοκοτρώνης και να απαντούν "μάλλον ποδοσφαιριστής..." ή "δεν ξέρω..." ή "νέγρος (αντί για γέρος) του Μοριά"!!!


Αυτή ακριβώς την περίοδο, όπου πόλεμοι βρίσκονται σε εξέλιξη, χωρίς να ξέρουμε την πορεία τους και τις βαθιές και ανεξέλεγκτες  συνέπειές τους, έχουμε ανάγκη να διδασκόμαστε από τα ιδανικά του 1821.


Κάποιοι λένε: Καλές οι  ιστορικές μνήμες, χρήσιμος ο πατριωτισμός, ωφέλιμη η αναδρομή στο παρελθόν και στους ένδοξους προγόνους, αλλά αυτά είναι ψευδαισθήσεις, ουτοπίες και αντιρεαλισμοί, αφού το θέμα, που πρέπει να μας απασχολήσει είναι αν είμαστε περήφανοι για τη σημερινή Ελλάδα με τα τόσα προβλήματα.

Σαφώς και έχει προβλήματα η Ελλάδα, γι' αυτό σ' αυτή την κρίσιμη καμπή δεν είναι ψευδαίσθηση, δεν είναι ουτοπία, δεν είναι αντιρεαλισμός, είναι χρέος να κρατήσουμε με καύχηση την Ελληνική ταυτότητά μας, όπως την παραλάβαμε, που αποτελεί εγγύηση της αξίας μας, αλλά και της δυνατότητάς μας να συμπορευτούμε προς τα εμπρός...

Τα πιστοποιητικά ηρωισμού των αγωνιστών της ελευθερίας μας, θεμελίωσαν τα αναφαίρετα δίκαιά μας, που είναι η πυξίδα μας για το σήμερα και το αύριο...

Η "κουλτούρα" στην Ελλάδα αεροβατεί ή εθελοτυφλεί ή αρνείται να αντικρίσει την πραγματική διάσταση της Επανάστασης του 1821.

Και θέλει να βάλει στην "Προκρούστεια κλίνη" την ελληνική ιστορία και να μας πείσει, μεταξύ άλλων, ότι η Επανάσταση του 1821, και δεν ήταν εθνικό κίνημα, αλλά αντίδραση των λαού κατά των κοτσαμπάσηδων, δηλαδή της άρχουσας τάξης, και ότι η Εκκλησία ήταν με το μέρος των Τούρκων ή οι άνθρωποί της απολάμβαναν τιμές και δόξες, ενώ ο λαός υπέφερε.

Ως προς τον εθνικό χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821, η οποία εκδηλώθηκε την ώρα, που άλλα κράτη, ισχυρότερα από την Ελλάδα, ζούσαν υπνωτισμένα και υποταγμένα κάτω από το ξίφος της ημισσελήνου, οι Έλληνες αγωνίστηκαν, ασχέτως της κοινωνικής τους τάξης, για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.


Και όσοι αμφιβάλλουν για την προσφορά του Ορθόδοξου κλήρου ένα να ξέρουν: Στα 400 χρόνια της σκλαβιάς, αν το ελληνικό και το τουρκικό στοιχείο έμειναν άμικτα, οφείλεται στην Εκκλησία.

Δεν ήταν μόνο, που μια ολόκληρη σειρά από κληρικούς, πατριάρχες, ιεράρχες, ιερείς έπεσαν θύματα της τουρκικής αυθαιρεσίας και κτηνωδίας.

Η Εκκλησία κράτησε γερά στην αγκαλιά της τα παιδιά της, τόνωσε μέσα τους τη δύναμη της πίστης, τα δίδαξε πως γεννήθηκαν Χριστιανοί και Έλληνες και έτσι πρέπει να πεθάνουν, βάσταξε στους ώμους της τις τύχες του λαού, έθρεψε τις γενιές των Ελλήνων με τα νάματα της παράδοσης, έσωσε την ελληνική γλώσσα με τη διδασκαλία της στους νάρθηκες των Εκκλησιών και στους κρυψώνες τους, όπου στεγαζόταν το Κρυφό Σχολειό και κυοφόρησε στα σπλάχνα της το γενικό ξεσηκωμό.

Ήταν αληθινός κυματοθραύστης στην απόπειρα των Τούρκων να αλλαξοπιστήσουν τους Έλληνες. Από τη στιγμή, που κάποιος θα ασπαζόταν τον Μωαμεθανισμό, χανόταν ταυτόχρονα και για τον Ελληνισμό.

Γι' αυτό ο εξισλαμισμός ήταν στη συνείδηση του Έλληνα ένα πελώριο έγκλημα προδοσίας και της πίστης και της πατρίδας. Το πλήθος των νεομαρτύρων αποτελεί μια επιβεβαίωση αυτού, γραμμένη μάλιστα με αίμα.

Η απομόνωση περιστατικών με κηλίδες από μερικούς κληρικούς, που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και υπήρξαν κατώτεροι των περιστάσεων, σε καμία περίπτωση δεν μαυρίζουν την αντικειμενική κρίση, δεν σχετικοποιούν και δεν σκιάζουν τις λαμπρές σελίδες της Εκκλησίας.

 
Στους κρίσιμους καιρούς μας, όπου έχει σκοτεινιάσει η ζωή μας από τόσους ίσκιους, και μέσα στους κλυδωνισμούς της κοινωνίας, όπου χτυπιούνται ακόμη και οι ασάλευτες πνευματικές αξίες μας και ο ανεμοστρόβιλος της πανδημίας δοκιμάζει τους πιο συνεκτικούς κοινωνικούς θεσμούς, κάτω από τους κλειστούς ουρανούς με τη θολούρα και τη σύγχυση, τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 κάνουν τις κοιμισμένες συνειδήσεις να ξυπνήσουν και να διεκδικήσουν τη λευτεριά της ψυχής.