Οι ξενιτεμένοι Θεσπρωτοί αγαπάνε τα χωριά τους και το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία. Μπορεί για διάφορους λόγους να έχουν φύγει από αυτά, ωστόσο η αγάπη τους και η καρδιά τους είναι στραμμένη στον τόπο, που είδαν το πρώτο φως του ήλιου.
Όπου και να ζουν, σε πόλεις της Ελλάδας ή του εξωτερικού, κάνουν ό,τι μπορούν για να βοηθήσουν τα χωριά τους. Και δεν πρέπει ούτε να αισθάνονται, ούτε να τους θεωρούν "ξένους" οι συγχωριανοί τους.
Σε μικρό χωριό της Θεσπρωτίας σύγχρονος ευεργέτης έκανε διάφορα αναπλαστικά έργα. Και κάποιοι από τους συντοπίτες του έλεγαν το απίθανο: "Μα τι κάνει έργα, αφού δεν ζει εδώ!", ενώ τα έργα ήταν προς όφελός τους!
Ο συνταξιούχος δάσκαλος από τις Πέντε Εκκλησιές Παραμυθιάς Παναγιώτης Γεωργίου αναφέρει σχετικά: "Την προηγούμενη εβδομάδα μού τηλεφώνησε ένας φίλος μου, κοντοχωριανός μας από το δήμο Σουλίου, για χρόνια πολλά. Χάρηκα γιατί μίλησα και με μια χωριανή μας, που είναι παντρεμένη στο χωριό του κι εκείνη τη στιγμή ήταν στην παρέα του.
Το φίλο μου τον γνωρίζω από παλιά, από τότε που ήμασταν στη Γερμανία και τώρα συναντιόμαστε στην Αθήνα, ως συνταξιούχοι πλέον, και τα λέμε. Τον ρώτησα πώς περνάει τις διακοπές του στο χωριό και μου είπε απογοητευμένος: «Δυστυχώς αισθάνομαι σαν ξένος. Πάω να μιλήσω κι εγώ στο καφενείο για τα προβλήματα του χωριού μου κι αμέσως οι χωριανοί μου μού λένε: Τι σ’ ενδιαφέρει εσένα; Εσύ δε μένεις στο χωριό. Μήπως θέλεις να είσαι υποψήφιος δήμαρχος;»
Δυστυχώς υπάρχουν μερικοί συμπατριώτες μας, ευτυχώς λίγοι, που νομίζουν πως αν κάποιος δε μένει στο χωριό του, το κάνει γιατί δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό και δεν αγαπά τους συγγενείς και τους χωριανούς του. Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι οι συνθήκες ζωής δεν τους επιτρέπουν να ζήσουν στο πατρικό τους σπίτι. Ακόμη και οι συνταξιούχοι, που δεν έχουν το πρόβλημα του σχολείου για τα παιδιά τους, έχουν άλλα προβλήματα (άλλος έχει προβλήματα υγείας, άλλος οικονομικά, άλλος οικογενειακά προβλήματα όπως π.χ. εργάζονται τα παιδιά τους κι αυτοί κρατάνε τα εγγόνια τους κλπ.). Όμως, οι σκέψεις τους και τα όνειρά τους είναι πάντα στο χωριό τους και ανάλογα με τις δυνατότητές τους προσπαθούν όπως μπορούν να το βοηθήσουν, και πάντα με την ελπίδα πως κάποια μέρα θα μπορέσουν να γυρίσουν μόνιμα στο πατρικό τους. «Και αν το ριζικό τους -έρημο και μαύρο- τους έγραψε να φύγουν και να μη γυρίσουν» ζωντανοί, θέλουν η μόνιμη κατοικία τους να είναι στο χωριό τους μαζί με τους αγαπημένους τους.
Θεωρώ σημαντικές τις επισημάνσεις που έκανε ο κ. Πέτρος Μίντζας στην προηγούμενη ανάρτησή του για την κατάσταση στο δήμο Φιλιατών, καθώς και το σχόλιο τού κ. Αντώνη Μάντζιου στην ανάρτησή μου για το κλείσιμο των σχολείων στην Ήπειρο, επειδή δεν υπάρχουν μαθητές. Γράφει λοιπόν ο κ. Μάντζιος: «Χωρίς δουλειές, χωρίς λεωφορεία, χωρίς σχολεία, χωρίς καφενεία, χωρίς στοιχειώδεις ανέσεις, χωρίς τεχνολογία, χωρίς αυτοδιοίκηση, με ακριβές και μακρινές υπηρεσίες, χωρίς διασκέδαση, τα χωριά μας τα έχουν καταδικάσει...».
Επίσης, μια Ελληνίδα μετανάστρια έγραψε πώς αισθάνονται οι συμπατριώτες μας όταν πάνε για λίγο στο χωριό τους και τους λένε: «Εσύ δε δικαιούσαι να μιλάς, εσύ έφυγες από το χωριό, εσύ περνάς καλά».
Επίσης η Έλφη Κουφογιώργου, Ελληνίδα μετανάστρια έγραψε στην ιστοσελίδα Citypatras.gr, πως αισθάνεται όταν πάει για λίγο στο χωριό τους και τους λένε: «Εσύ δε δικαιούσαι να μιλάς, εσύ έφυγες από το χωριό, εσύ περνάς καλά».
Μεταξύ άλλων σημειώνει:
"...Ξαφνικά, άρχισα να ακούω σχόλια του τύπου:
– Εσύ δε δικαιούσαι να μιλάς, εσύ ζεις στο εξωτερικό, εσύ άφησες την πατρίδα σου, εσύ περνάς καλά.
Ήμουν, κάπως, προετοιμασμένη για αυτά τα σχόλια, αν και πέρασα διάφορα στάδια αντιμετώπισής τους.
Το πρώτο στάδιο ήταν θυμός.
Μα πώς μπορεί κάποιος να μου πει ότι δε δικαιούμαι να μιλάω; Τίποτα δε μου χαρίστηκε στην Ελλάδα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου διάβαζα για να πετύχω στο Πανεπιστήμιο. Αγωνιζόμουν μόνη μου να βρω δουλειά και να αποφασίζουμε καθημερινά σαν οικογένεια μετά από συνεχείς απορρίψεις του βιογραφικού μου ότι όχι, ποτέ, εμείς δε θα χρησιμοποιήσουμε πολιτικό μέσο. Και ναι, και δουλειά βρέθηκε και μάλιστα πολύ πριν τελειώσω το Πανεπιστήμιο, αφού από 19 χρονών αποφάσισα να σπουδάζω και να δουλεύω παράλληλα, για να είμαι οικονομικά ανεξάρτητη.
Το δεύτερο στάδιο ήταν η απολογία.
Μα ξέρετε, όταν έφυγα, στην Ελλάδα υπήρχε ευδαιμονία. Δεν έφυγα λόγω κρίσης (λες και αν έφευγα λόγω κρίσης έπρεπε να νοιώθω ένοχη όλη μου τη ζωή).
Το τρίτο στάδιο είναι η αποδοχή.
Ναι, έχω φύγει από την Ελλάδα. Αντί, όμως, να με κρίνεις αρνητικά, ρώτα με αν έχω δει στο εξωτερικό κάτι καλό που θα μπορούσε να γίνει και στην Ελλάδα. Ρώτα με αν έμαθα ζώντας και με άλλες εθνικότητες τι θετικό υπάρχει στον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα και αν κάτι από αυτό θα βελτίωνε τη ζωή των ανθρώπων στην Ελλάδα.
Ρώτα με πόσο πονάω κάθε φορά που αφήνω πίσω τον ήλιο, τη θάλασσα, τους δικούς μου ανθρώπους, όλα εκείνα που μου λείπουν στο εξωτερικό. Ρώτα με πώς οι γονείς μου, παππούς και γιαγιά πλέον, αντέχουν να μη βλέπουν τα εγγονάκια τους να μεγαλώνουν, παρά μόνο συνήθως μέσω μίας οθόνης υπολογιστή (να ’σαι καλά skype).
Όχι δεν είναι θυμός. Είναι διάθεση να πιούμε ένα καφέ και να μιλήσουμε. Να μιλήσουμε για ό,τι μας απασχολεί. Να μιλήσουμε για πράγματα που μπορούν να γίνουν καλύτερα και να βοηθήσει ο ένας τον άλλο όσο καλύτερα γίνεται".