ΑΝΤΙΟ στον καλό μας καθηγητή...

Του π. Ηλία Μάκου


Τον αείμνηστο πατέρα Αδαμάντιο Αυγουστίδη τον γνωρίσαμε και τον  θαυμάζαμε από τον καιρό, που ήμασταν φοιτητές στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκείνος ήταν καθηγητής Ποιμαντικής Ψυχολογίας, είχε και την ιδιότητα του ψυχίατρου.

Διαπιστώσαμε ότι στο πρόσωπο του Ορθόδοξου αυτού κληρικού συνυπήρχε σε πλήρη αρμονία ο ποιμένας και ο θεραπευτής.

Πάντα ευγενής, πάντα πρόθυμος να σου συμπαρασταθεί, πάντα καταδεκτικός, πάντα απλός, πάντα ανθρώπινος, εκδηλωνόταν, εξαιρετικά καταρτισμένος και υπεύθυνος, όπως ήταν, με σωστό λόγο και ορθή πράξη,

Με αυτό τον τρόπο διακονούσε βαθιές  εσωτερικές ανάγκες, κατεύθυνε,  συμβούλευε και στήριζε. 

Είτε στους διαδρόμους της Σχολής, είτε στο γραφείο του, είτε στο εκκλησάκι ήταν με υπομονή και επιμονή διαθέσιμος να σε ακούσει και να σε βοηθήσει. 

Και επιβεβαίωνε κάθε φορά ότι ήταν αυθεντική ύπαρξη, προχωρημένος και ώριμος στην κλίμακα της αλήθειας,  διότι σου προσέφερε απλόχερα την προσωπική εμπειρία της αγαπητικής συνάντησης, την οποία βίωνε ο ίδιος. 

Και για αυτή τη στάση του αφετηρία  ήταν η βαθιά και ολοκληρωμένη πίστη του, με την οποία πορευόταν προς τα μέγιστα και τίμια της ζωής, με επίκεντρο την άφατη αγάπη και την άπειρη φιλανθρωπία του Θεού. 

Η αγάπη του δινόταν, μεταδιδόταν, χωρίς να ζητά ανταπόδοση, και μέσα από αυτή αποκαλύπτονταν ο π. Αδαμάντιος Αυγουστίδης.

Η αναφορά του ήταν στον Χριστό και διακήρυττε με τον τρόπο της ζήσης  του ότι ο αληθινός χριστιανισμός ξεκινάει από τον Ιησού και καταλήγει στον Ιησού, που είναι το Α και το Ω, η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Και μέριμνά του ήταν να μπολιάσει τον Θεό στους άλλους, ακολουθώντας την πατερική παράδοση, αλλά, αξιοποιώντας και  σύγχρονες μεθόδους προσέγγισης και διείσδυσης.

Τα μάτια του σκορπούσαν τη φλόγα, τα χείλη του το μήνυμα της ελπίδας και η ευαίσθητη ψυχή του το πνεύμα της καλοσύνης, ακόμη και όταν τον ταλαιπώρησε ο "σκόλοπας" της αρρώστιας.

Ανώδυνη μετάγγιση θερμότητας έκανε με τη συμπεριφορά του στο νου και στην καρδιά των άλλων. 

Ούτε για μια στιγμή δεν ολιγώρησε μπροστά στα σημεία των καιρών, στα προβλήματα των ανθρώπων, στην πνευματική ένδεια του σύγχρονου κόσμου.

Και αποδεχόταν το συνάνθρωπο, τον οποιοδήποτε συνάνθρωπο, γιατί ήξερε καλά ότι τίποτα δεν πείθει τόσο πολύ τον διπλανό μας να γίνει αξιοπρεπής και να μεταστραφεί από την κακία προς τα καλύτερα, όσο  η αποδοχή, που βλέπει ότι του δίνεις. 

Είχε ισχυροποιήσει την θέλησή του  στην "έξη", δηλ. συνήθεια, του καλού. Και θεωρούσε, κάτι, που το έδειχνε,   ότι η αρετή δεν εξαρτάται μόνο από τη γνώση, αλλά από την άσκηση σ' αυτή.   

Ο δρόμος του, και λόγω της ασθένειας τα τελευταία χρόνια, ήταν ανηφορικός, ωστόσο με πολύ στωικότητα ξεπερνούσε θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα, γνωρίζοντας την αποδοχή όλων. 

Θα θυμόμαστε διαρκώς το φως του το υπέργειο,  την ήρεμη ματιά του, τη σοφία του, το γλυκό μειδίαμά του, που είχε έναν αγγελικό τόνο, τη σοφία του και την αβίαστη γαλήνη του.  

Μορφές σαν τον αλησμόνητο π. Αδαμάντιο Αυγουστίδη σε οδηγούν ψηλά, όσα βράχια μυτερά, όσες αιχμές, όσα θραύσματα, όσους άσπλαχνους τοίχους και αν συναντήσεις στη ζωή σου. 

Γιατί στάθηκε πάνω από τις πληγές, πάνω από τα φθαρτά, σ' άυλο αιθέρα.