Μπορούν και οι δήμοι να κάνουν κάτι... Του π. Ηλία Μάκου

Το παράδειγμα έρχεται από μια ακριτική περιοχή. Ο δήμαρχος Σουλίου Αθανάσιος Ντάνης ανακοίνωσε πρόσφατα μια ενέργεια, η οποία έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, αλλά και δείχνει ότι πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα σε επίπεδο Πολιτείας για την αντιμετώπιση του δημογραφικού. 

Έχοντας ευαισθησία και βλέποντας τη σταδιακή ερήμωση της περιοχής θέσπισε ένα κίνητρο ωφέλιμο για τεκνοποίηση.

Θα δίνεται οικονομική ενίσχυση 1.000€ για κάθε παιδί που θα γεννιέται από 1.1.2026 στον Δήμο Σουλίου.

Όπως ο ίδιος ανέφερε "με τη μείωση των γεννήσεων να αποτελεί διαχρονική πρόκληση, η ενίσχυση των 1.000€ ανά νεογέννητο παιδί στοχεύει στην άμεση οικονομική ανακούφιση των γονέων, καλύπτοντας βασικές ανάγκες των πρώτων μηνών, όπως βρεφικό εξοπλισμό, είδη φροντίδας και πρώτες προμήθειες".

Βέβαια δεν θα λυθεί το πρόβλημα της υπογεννητικότητας, ούτε θα σωθούν οικονομικά οι οικογένειες με νεογέννητα, ωστόσο ο δήμος Σουλίου με την πράξη αυτή δεν δείχνει μόνο το καλό παράδειγμα της προτροπής για γεννήσεις, αλλά και στρέφει το ενδιαφέρον προς το μεγάλο ζήτημα της υπογεννητικότητας, εξ αιτίας του οποίου έχουν ερημωθεί χωριά ολόκληρα.

Να αναφερθεί ότι στη Θεσπρωτία έχει συμβεί κάτι ανάλογο και στο παρελθόν. Ο πρώην δήμαρχος του τότε δήμου Σαγιάδας Βαγγέλης Μάστορας από το 2004 έως το 2010 χορηγούσε, χωρίς να υπάρχει, εκείνη την εποχή, το θεσμικό πλαίσιο, με απόφαση δική του επικυρωμένη από το Δημοτικό Συμβούλιο, 1000 ευρώ για τη γέννηση του 1ου παιδιού, 1500 ευρώ για τη γέννηση του 2ου παιδιού και το υπερδιπλάσιο ή και παραπάνω ποσό για τη γέννηση του 3ου παιδιού.

Ορθά έπραξε, λοιπόν, ο κ. Ντάνης, ωστόσο οφείλει το κεντρικό κράτος να αποδειχθεί αποφασιστικότερο στο καυτό θέμα της διαχείρισης και της αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας.

Διαχρονικά η Πολιτεία φαίνεται, μπροστά στο δημογραφικό, να “τάχει χαμένα”, κλαυθμυρίζει σαν άπειρο παιδί για τη ζημιά ή παίρνει μέτρα ανεπαρκή, σπασμωδικά ή λαθεμένα, που αυξάνουν τη σύγχυση και μεγαλώνουν το κακό.

Είναι ένα πρόβλημα, που πλέον γίνεται απειλητικό για την υπόσταση της πατρίδας μας. Δεν είναι μόνο ότι μειώνεται ο πληθυσμός, αλλά αλλοιώνεται και η σύνθεσή του με απρόβλεπτες συνέπειες.

Υπάρχουν χωριά “γηροκομεία” και “νεκροταφεία”, στα οποία δεν ακούγεται παιδική φωνή και τον χειμώνα δεν υπάρχει νέος να σηκώσει το νεκρό.

Αλλά και στις μεγαλουπόλεις υπερτερεί η τρίτη ηλικία. Οι νέοι είναι λιγότεροι από τους ηλικιωμένους. Έχουμε καταντήσει χώρα συνταξιούχων. Τα παιδιά μειώνονται και οι συνταξιούχοι τριπλασιάζονται.

Η Αθήνα και μερικές άλλες πόλεις μεταβάλλονται σε υδροκέφαλους και δίνουν την ψευδή εντύπωση υπερπληθυσμού της χώρας, με όλα τα παρεπόμενα δεινά: Ανεργία, παρασιτισμός, άγχος και διαφθορά!

Η συνεχιζόμενη υπογεννητικότητα σε τοπικό, αλλά και πανελλαδικό επίπεδο, θα πρέπει να  προβληματίσει πιο σοβαρά την κεντρική εξουσία, η οποία είναι ανάγκη να δημιουργήσει   πιο πολλά κίνητρα για τα νέα ζευγάρια, πολλά από τα οποία δεν αποφασίζουν να κάνουν παιδιά, λόγω κυρίως του φόβου να μην τα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν οικονομικά. Σ’ αυτό έρχεται να προστεθεί και το γεγονός ότι όλο και περισσότερες γυναίκες αναβάλλουν την μητρότητα, λόγω καριέρας ή ακόμη και εργασιακής ανασφάλειας.

Η αυτονόμησή μας από τον προορισμό μας εκτός των άλλων έχει και την τραγική συνέπεια του δημογραφικού.

Ο οικογενειακός προγραμματισμός, όπως τον εννοούν οι «προοδευτικοί» κοινωνιολόγοι, μας οδηγεί στη γήρανση. Ο ευθυγραμμισμός μας με τις αξίες μας αποτελεί μια αφετηρία επαναφοράς της ζωής στα φυσιολογικά της πλαίσια.

Αν θέλουμε να έχουμε μέλλον, πρέπει να εγκαταλείψουμε τα ευχολόγια και να αλλάξουμε νοοτροπία. Να ξαναβρούμε, δηλαδή, το ήθος, που μας ταιριάζει, γιατί η διέξοδος στο δημογραφικό πρόβλημα βρίσκεται στην επανασύνδεσή μας με το ήθος και την παράδοση.