ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ: Πως έβγαινε το τσίπουρο τα παλιά χρόνια

Τα παλιότερα χρόνια στη Θεσπρωτία  πολλές οικογένειες στα χωριά έκαναν απόσταξη τσίπουρου με τα καζάνια. 

Υπήρχαν λίγα τέτοια καζάνια, τα οποία δούλευαν για αρκετές μέρες και εξυπηρετούσαν όλο το χωριό. 

Φρόντιζαν οι νοικοκυραίοι να έχουν αποθηκευμένα όλα τα προϊόντα, μεταξύ των οποίων και το τσίπουρο, ώστε να έχουν ένα είδος αυτάρκειας.

Όλη η διαδικασία ήταν παρέες, φωνές, γέλια, τραγούδια, γλέντια, φαγοπότι, ωραίες μυρωδιές!

Τα τσίπουρα είναι τα υπολείμματα (φλούδες, κουκούτσια και παχύρευστος πολτός) από το πάτημα σταφυλιών που έγινε το Σεπτέμβρη. 

Ο μούστος έμπαινε στα βαγένια για να γίνει κρασί. Τα υπολείμματα αφήνονταν να ζυμωθούν.  

Όταν ζυμώνονταν τα έριχναν στο ειδικό καζάνι, πρόσθεταν πολύ νερό και στη συνέχεια το καμπύλο καπάκι και ο μακρύς σωλήνας   (λουλάς) κλείνονταν αεροστεγώς με ζυμάρι. 

Η φωτιά άναβε, άρχιζε το βράσιμο, ενώ το απόσταγμα, που παραγόταν, ήταν το τσίπουρο.

Η πρώτη ποσότητα του αποστάγματος, η λεγόμενη «πρώτη στάλα», είναι πάρα πολύ δυνατή και όσο προχωράει η ώρα το τσίπουρο γίνεται ελαφρότερο.

Κατά την πρώτη απόσταξη παίρνονταν ένα απόσταγμα (σούμα), που αποτελεί το 15 με 20% του αρχικού όγκου. Μετά το τέλος της απόσταξης, το υπόλειμμα απορρίπτονταν.

Στη δεύτερη απόσταξη γέμιζε ο άμβυκας (καζάνι) κατά 80-90% με σούμα. 

Πολλές φορές το προϊόν, που λαμβάνονταν από την πρώτη απόσταξη, καταναλώνονταν χωρίς να υποστεί δεύτερη απόσταξη. 

Το διπλοαποσταγμένο τσίπουρο, όμως, ήταν καθαρότερο και λεπτότερο σε άρωμα και γεύση. Από τον Οκτώβριο έως τα μέσα του Δεκέμβρη σε χωριά της Θεσπρωτίας «έβραζε» ο τόπος από τα παραδοσιακά καζάνια, που   δεν έχουν ακόμη εκλείψει.