Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα ξεχασμένα παλαιά έθιμα των Χριστουέννων και της Πρωτοχρονιάς στη Θεσπρωτία...

Τα παλαιά έθιμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς σβήνουν σιγά-σιγά. Η κοινωνία κινείται σε άλλους ρυθμούς. Γι' αυτό καταγράφουμε κάποια απ' αυτά, που τα τηρούσαν οι Θεσπρωτοί και μέσα από τα οποία φαίνεται ο τρόπος ζωής και συμπεριφοράς, που καμία σχέση δεν έχει με τη σημερινή εποχή. Αν τότε ήταν χειρότερα ή καλύτερα, αφορά άλλο θέμα, που μπορεί κανείς να το αξιολογήσει. Πριν τα Χριστούγεννα οι γυναίκες καθάριζαν τα σπίτια τους και έφτιαχναν τα γλυκά
(κουραμπιέδες, μπακλαβά κ.ά.). Προ
των Χριστουγέννων γίνονταν και το σφάξιμο των γουρουνιών. οι οικογένειες έκαναν τα πάντα για να έχουν τον μεγαλύτερο χοίρο, δίνοντάς του να φάει αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρα, ακρίσιο, ζεστό νερό και αλάτι. Ήταν η εποχή που οι οικογένειες εξέτρεφαν τα χοιρινά για το κρέας και το λίπος τους. Όταν μάλιστα η οικογένεια είχε πολλά μέλη, το γουρούνι έπρεπε να παχύνει πολύ, ώστε το λίπος του να είναι αρκετό. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα. Άλλωστε το κρέας του γουρουνιού ήταν το μόνο κρέας που θα έτρωγαν για όλο το χρόνο. (Εκτός πια και αν ψοφούσε κάποιο πρόβατο, γίδα ή κότα.) Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, εκτός των παιδιών, που έφταναν πολλές φορές τα 20-25, τα οποία περίμεναν να πάρουν τη «φούσκα» του γουρουνιού, να τη φουσκώσουν και να παίξουν μ’ αυτή ποδόσφαιρο και άλλα παιχνίδια. Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι’ αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως "γουρουνοχαρά ή γουρνοχαρά". Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν "έλα να σφάξουμε το γουρούνι", αλλά "έλα, έχουμε γουρουνοχαρά". Η εργασία ήταν σκληρή και ο σφαγέας έπρεπε να είναι καλός τεχνίτης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει τσεκούρι για να αποκόψει την καρωτίδα. Υπήρχαν περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να το σφάξουν, οπότε το γουρούνι έτρεχε να ξεφύγει με μισοκομμένο λαιμό. Επίσης, το γδάρσιμο απαιτούσε χέρι δυνατό και τεχνικό για να μην κάνει τρύπες, δεδομένου ότι το δέρμα αυτό το χρησιμοποιούσαν και έκαναν τα λεγόμενα «γουρνοτσάρουχα», που τα φορούσαν για όλο το χρόνο και προπαντός στα χωράφια. Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά κομμάτια. Το αλάτιζαν και το έβαζαν στην «κάδ’» (ξύλινος κάδος) για να το έχουν σαν ένα από τα κύρια φαγητά τους τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Αφού τελείωναν όλες τις δουλειές, καταπιάνονταν ύστερα με το γέμισμα των λουκάνικων, για τα οποία έδειχναν ιδιαίτερη επιμέλεια. Το κρέας το έκοβαν κομματάκια με μαχαίρια. Το έπαιρναν κυρίως από τα πλευρά και το φιλέτο. Αυτό το κομμένο κρέας το έβραζαν μαζί με κομμένα πράσα και διάφορα μπαχαρικά, τα οποία έκαναν τα λουκάνικα να ευωδιάζουν. Να σημειώσουμε ότι λουκάνικα έφτιαχναν με τον ίδιο περίπου τρόπο και με το συκώτι του γουρουνιού (σκ’ωτένια ή σκ’ωτίσια). Το λίπος, τον λεγόμενο «παστό», το έκοβαν μικρά κομματάκια και το ‘λιωναν μέσα σε καζάνι, που έβραζε κάτω από μεγάλη φωτιά. Για να λιώσει το παστό, η νοικοκυρά πάσχιζε πραγματικά, επί 2-3 ημέρες, ανάλογα με την ποσότητά του.
Αφού άδειαζε το ρευστό λίπος στο δοχείο, έμεναν τα υπολείμματα, μικρά τεμάχια που όχι μόνο δεν τα πετούσαν, αλλά αποτελούσαν τους καλύτερους μεζέδες για όλους. Αυτά τα ροδοκοκκινισμένα κομματάκια, ιδιαίτερα ελκυστικά και γευστικά για πολλούς, ήταν οι «τσιγαρίδες». Το γουρουνίσιο κρέας γινόταν μαγειρευτό αλλά ο καλύτερος μεζές του ήταν η τηγανιά, μικρά κομμάτια χοιρινού στο τηγάνι με ρίγανη. Το λιωμένο λίπος (=λίγδα) το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα.
Ακόμα τοποθετούσαν μέσα στη λίγδα κομμάτια βρασμένου κρέατος που το έλεγαν «καβουρμά». Ο «καβουρμάς» κρατούσε, χωρίς να χαλάσει, μέχρι το καλοκαίρι. Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί ήταν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες. Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του.
Από το γουρούνι τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Τίποτα δεν πετούσαν. Με το κεφάλι, τα αυτιά και τα πόδια, έφτιαχναν πατσά. Τον πατσά τον έβαζαν σε πιάτα, τον άφηναν να παγώσει και έτρωγαν σχεδόν όλο το χειμώνα.
Δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα, έφτιαχναν τις «κλούρες». Την πρώτη «κλούρα» την έφτιαχναν για το Χριστό και την έβαζαν στο καντήλι του σπιτιού. Στις 22 Δεκεμβρίου, προπαραμονή των Χριστουγέννων σ'όλα τα χωριά, όλοι οι κάτοικοι, σ'όλα τα σπίτια, φτιάχνανε τηγανίτες σε καμένη πλάκα στη φωτιά, που συμβόλιζε τα σπάργανα του Χριστού. To πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, τα παιδιά κατά ομάδες, (και ήταν πολλά τότε), αφού χτυπούσαν πρώτα την καμπάνα της εκκλησίας, ξεκινούσαν για να πουν τα «κάλαντατα» στα σπίτια του χωριού. Στον ώμο τους είχα κρεμασμένο τον «τρουβά» για να βάλουν μέσα τις «κλούρες» (μικρά στρογγυλά ψωμάκια), τα κάστανα, τα καρύδια και τα αμύγδαλα που θα τους πρόσφεραν οι νοικοκυρές. Την ημέρα των Χριστουγέννων κανένας δε λείπει από την εκκλησία που είναι ολόφωτη από τα κεριά και τις λαμπάδες μέσα στη νύχτα. Μετά τη λειτουργία, χαιρετά ο ένας τον άλλον και εύχεται «χρόνια πολλά». Στη Θεσπρωτία είχαν μια ωραία συνήθεια που τη βασίζανε σε μια παλιά παράδοση. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, λέει, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήτανε νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους.
Έτσι, λοιπόν, όποιος πήγαινε  στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, κρατούσαν  ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό, που έκαιγε, τρίζοντας. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά έπιαναν φωτιά κι πετούσαν σπίθες, εύχονταν οι άνθρωποι: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!»
Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ’ αφήσουν τ’ όνομα το πατρικό να σβήσει. Μετά τα Χριστούγεννα, στα 12μερα, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να μην τους βρει η νύχτα έξω από το σπίτι, φοβούμενοι τους καλικάτζαρους.  Τα 12μερα ούτε αλλάζανε, ούτε λουζόντουσαν για να φύγουν τα ξόρκια.
** *
Για την Πρωτοχρονιά οι γυναίκες συγυρίζανε το σπίτι και κάνανε το κάθε τι να λάμπει. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με ανασηκωμένα τα μανίκια, με τα μαλλιά της κεφαλής δεμένα με μαντήλι για να μην τα τρώει η σκόνη, πλάθουνε και χτυπούνε το ζυμάρι, το πασπαλίζουνε με αλεύρι και μυρωδιές και κάνουνε τη "βασιλόπιτα". «Ανοίγουνε φύλλο» και με έξι τέτοια φύλλα, χωρίς να προσθέσουν τίποτα άλλο έφτιαχναν τη βασιλόπιτα. Ανάμεσα στα φύλλα τοποθετούσαν διάφορα συμβολικά σχήματα που έφτιαχναν από κάποιο κλαδί. Και φυσικά έβαζαν μέσα  το «φλουρί».
Την Πρωτοχρονιά, λίγο πριν το μεσημέρι, την ψήνανε στο φούρνο. Το μεσημέρι μαζεύονταν όλη η οικογένεια γύρω από το γιορτινό τραπέζι και ο μεγαλύτερος την έκοβε, αφού πρώτα την έστριβε τρεις φορές και τη «σταύρωνε» με το μαχαίρι. Το πρώτο κομμάτι ήταν πάντα του Χριστού και τα άλλα από έναν για τον καθένα, ανάλογα με το που θα σταματούσε η βασιλόπιτα μετά από τις τρεις στροφές.
Του Αγίου Βασιλιού, την Πρωτοχρονιά, φτιάχνανε κουλούρες με τρύπα στη μέση και το πρωί τις κρεμούσαν στα κέρατα του ζώου και αν έπεφτε ορθή κάτω θα γεννιότανε αγόρι ,αν έπεφτε ανάποδα θα γεννιότανε κορίτσι . Την ίδια μέρα κόβανε μια φούντα από ένα πουρνάρι και το βάζανε στη φωτιά και λέγανε ευχές (αρνιά κατσίκια θηλυκά και μοσχάρια παιδιά αρσενικά).

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Προγονικές μνήμες ξαναζωντάνεψε ο Θεσπρωτός Σ. Δημητρίου με την παρουσίαση του "Μείναμε εμείς..." σε Αθήνα, Κόρινθο και Πάτρα (ΦΩΤΟ)

Τη μνήμη των προγόνων του λαλεί μέσα από το βιβλίο του "Μείναμε εμείς" ο Θεσπρωτός Σωτήρης Λ. Δημητρίου, το οποίο, μετά την παρουσίαση, πριν καιρό, στην Ηγουμενίτσα, παρουσιάστηκε και στη Φυλή Αττικής,  στην Κόρινθο και στην Πάτρα. Μέσα από τις σελίδες του ιστορικού μυθιστορήματος ανατέλλει  ο σεβασμός για τον άνθρωπο. Πάνω από τη βία και το μίσος, προβάλλει, μέσα από παραδόσεις και ήθη, μια συνθήκη με το όραμα. Ένα μυστικό ποτάμι ζωής φέρνει από περασμένα, όχι όμως ξεχασμένα χρόνια, την ελευθερία στο πνεύμα του ανθρώπου. Πίστη στη μνήμη και στο όραμα είναι το αποκορύφωμα του βιβλίου, αυτές τις άσβηστες, τις αήττητες πηγές, πηγές, που δεν έχουν γραμμένους νόμους, αλλά κρατάνε την ψυχή πάνω από τη λήθη, μακριά από το ψεύδος. Η περιγραφή κυλάει χωρίς υπολογισμό, χωρίς υστερόβουλη σκέψη. Δεν χάνει ποτέ την αφετηρία, που την οδηγεί. 
ΣΤΗ ΦΥΛΗ
Στην εκδήλωση χαιρετισμούς απηύθυναν ο αντιδήμαρχος Φυλής Σπύρος Μπρέμπος, ο αντιπεριφερειάρχης Αν. Αττικής Πέτρος Φιλίππου, ο πρόεδρος της …

Βλάχοι της Αλβανίας: "Δεν είμαστε ξεχωριστή εθνική μειονότητα, είμαστε Έλληνες"...

Οι Βλάχοι της Αλβανίας, σύμφωνα με το νέο νόμο περί μειονοτήτων στη γειτονική χώρα, περιλαμβάνονται στις οκτώ αναγνωρισμένες μειονότητες, δηλαδή την Ελληνική, τη Σλαβομακεδονική, τη Βλάχικη (Vllahe/Arumune), τους Ρομά, τους Αιγυπτίους, τους Μαυροβούνιους, τους Σέρβους, τους Βόσνιους και τους Βουλγάρους. Ο πρόεδρος της Ένωσης Βλάχων Θανάσης Πότσης, εκτός των άλλων, αναφέρει ότι οι Βλάχοι στα Βαλκάνια έχουν ελληνική και ιλλυρικη καταγωγή, δεν αποτελούν ξεχωριστό έθνος και ζητούν να αναφέρονται ως γλωσσική μειονότητα και όχι ως εθνική. Μεταξύ άλλων τονίζει ότι με βάση τη σύνθεση του πληθυσμού στην Αλβανία, από εθνικής και πολιτιστικό-γλωσσικής οπτικής γωνίας, στη χώρα μας ιστορικά διακρίνονταν δύο κατηγορίες ομάδων, από τις οποίες , η πρώτη ομάδα απαρτίζεται από τις εθνικές μειονότητες,οι οποίες πράγματι, χαρακτηρίζονται από έναν αριθμό εθνικών γνωρισμάτων, που τις διακρίνουν από το υπόλοιπο μέρος του πληθυσμού, ενώ στη δεύτερη ομάδα μετέχουν οι διάφορες πολιτιστικό-γλωσσικές κοινότητες,…

Η Θεσπρωτή ηθοποιός Βάνα Μπάρμπα καθήλωσε το κοινό στην Ηγουμενίτσα με την ερμηνεία της...

Μέσα από  ποιητικό λόγο,  που εξέφραζε τα γνήσια και αυθεντικά βιώματά της και τα οποία ξετυλίχτηκαν πάνω στη σκηνή  ως φλογερό συναίσθημα, ως πόθος και πάθος για την πατρώα γη,   η Θεσπρωτή ηθοποιός (από το Ασπροκλήσι Φιλιατών) Βάνα Μπάρμπα, καθήλωσε το θεσπρωτικό κοινό στη μουσικοχορευτική παράσταση «ΗΠΕΙΡΟΣ… ΜΑΝΑ ΗΠΕΙΡΟΣ ‘‘Ευχαριστώμεν… Ηπειρώτες ευεργέτες’’», που ανέβηκε στην κατάμεστη αίθουσα του θεάτρου "Εστία" Ηγουμενίτσας την Δευτέρα16 Οκτωβρίου. Ένιωσαν οι θεατές τον παλμό της ηθοποιού, αφού λειτουργούσε δημουργικά πάνω στη σκηνή με το ψυχικό της πεδίο. Συμπρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο κλαρινίστας Πέτρο Λούκας, καθώς και ο τραγουδιστής Αντώνης Κυρίστσης. Μαζί τους ηθοποιοί, μουσικοί, χορευτικά σύνολα και το πολυφωνικό "Ήνορο". Αυτό τον... ύμνο καρδιάς για την Ήπειρο συνέγραψε και σκηνοθέτησε ο Θάνος Ζήκας. Ξεδιπλώθηκε στην παράσταση, μέσα από θεατρικά και μουσικά και χορευτικά δρώμαενα η εσωτερική ζωή των Ηπειρωτών. Η δύσκολη πορεία, με τον καημό της ξενητειά…

Επίσημη η ελληνική γλώσσα στους δήμους Δρόπολης και Φοινίκης και με την αλβανική βούλα!

Επίσημη είναι η ελληνική γλώσσα στους δήμους Δρόπολης και Φοινίκης, όχι όμως στις περιφέρειες Αργυροκάστρου, Αυλώνας και Κορυτσάς, και με την αλβανική βούλα, αλλά οι Βορειοηπειρώτες αντιδρούν, γιατί δεν καλύπτεται το σύνολο των περιοχών, όπου ζει η ελληνική μειονότητα. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο περί μειονοτήτων, που ψηφίστηκε στην αλβανική Βουλή από 102 βουλευτές, 10 είπαν όχι,  σε σύνολο 140, και με πολλές αντιδράσεις από τους Έλληνες, αφού θεωρούν ότι δεν κατοχυρώνεται επί της ουσίας κανένα ανθρώπινο δικαίωμα και όλα περνούν από τις αποφάσεις της κυβέρνησης και της αυτοδιοίκησης,  οι μειονοτικές κοινότητες που υπερβαίνουν το 20% του συνόλου του πληθυσμού σε δήμους ή περιφέρειες έχουν το δικαίωμα να κάνουν χρήση της μητρικής τους γλώσσας ως δεύτερης επίσημης. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Θα μπορεί να χρησιμοποιείται η ελληνική στα έγγραφα των δύο αυτών δήμων,  στα ονόματα των οδών, στις διοικητικές μονάδες , στην παροχή επίσημων πληροφοριών και στην εκπαίδευση. 
Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Οι…

Ο "Τσάμης", ο Παραπόταμος Θεσπρωτίας, το ιταλικό τηλεοπτικό συνεργείο, η αστυνομία...

Δηλώνει "Τσάμης" ένας Αλβανός πολίτης.  Και.. τόπο καταγωγής στο διαβατήριό του τον Παραπόταμο (παλαιά Βάρφανη) Θεσπρωτίας, που ήθελε να επισκεφτεί. Και παρά την απαγόρευση, τα κατάφερε με τη διαμεσολάβηση του ιταλικού καναλιού «Italia 1». Σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνή τύπου, αλλά και ηλεκτρονικών μέσων στην Ελλάδα, έγιναν κάποια γυρίσματα, προβλήθηκαν στην Ιταλία και δόθηκε η δυνατότητα στην Αλβανία να αναμοχλευθεί η θλιβερή προπαγάνδα περί "Τσαμουριάς", ενός θέματος που δυναμιτίζει τις ελληνοαλβανικές σχέσεις, καθώς είναι ανύπαρκτο, από οποιαδήποτε άποψη να το δει κανείς. Όλα τα έχει κρίνει η ιστορία. Οι λεγόμενοι "Τσάμηδες" δεν ήταν Αλβανοί, αποτέλεσαν θρησκευτική (μουσουλμανική)  μειονότητα, κάποιοι από αυτούς εγκλημάτισαν στα χρόνια της Κατοχής εναντίον του χριστιανικού στοιχείου του τόπου σε συνεργασία με τους κατακτητές, καταδικάστηκαν από ειδικό δικαστήριο, δημεύθηκαν οι περιουσίες, που τους είχαν παραχωρηθεί, και κατέφυγαν οικειοθελώς, αφού …

Aγελάδα βούλιαξε μέσα σε λούτσα, αναζητώντας νερό, και απεγκλωβίστηκε με μπουλντόζα!

Aγελάδα βούλιαξε μέσα σε λασπώδη λούτσα στο Πολύδροσο Θεσπρωτίας, αναζητώντας νερό, και απεγκλωβίστηκε με μπουλντόζα! Η παρατεταμένη αναμβρία έχει ως αποτέλεσμα οι φυσικοί πόροι νερού να έχουν εξαντληθεί. Έτσι οικοσυστήματα, αλλά και τεχνητοί χώροι αποθήκευσης νερού, έχουν σχεδόν στεγνώσει. Τα αποτελέσματα δεν είναι ορατά μόνο στη χλωρίδα, ξεραίνονται δέντρα, αλλά και στην πανίδα, καθώς ζώα ελέυθερης βοσκής ψάχνουν για νερό. Κάτοικος του χωριού περιγράφει ως εξής το περιστατικό με την αγελάδα: "Οι συνέπειες της μακράς ανομβρίας είναι πολλές , αλλά ένα ένα απρόοπτο, που συνέβη,  μας εξέπληξε . Η μεγάλη λούτσα του χωριού , εδώ και δυο μήνες σχεδόν παραμένει σε μια κατάσταση στάσιμη. Το ελάχιστο νερό στον πυθμένα της έκρυβε τουλάχιστον 1,5 μέτρο λάσπης, πράγμα που αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο για τα διψασμένα ζώα, που την προσεγγίζουν. Έτσι λοιπόν την έπαθε και η αγελάδα από διπλανό χωριό, η οποία πλησίασε να πιει από τα λιγοστά λασπόνερα και αίφνης, βρέθηκε εγκλωβισμένη στη βαθιά λάσπ…